Ο Θεός ως πυρ και φως * Ο ποταμός τής φωτιάς * Παράδεισος και Κόλαση * Καλός και κακός Θεός * Πορεία απελευθέρωσης * Η οδός τής Σωτηρίας * Είναι ο Θεός δίκαιος; * Πώς θα αλλάξουν τα αναστημένα σώματα κατά την Δευτέρα Παρουσία; * Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση * Εμφανίσεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη * Ο γέροντας Παϊσιος εξηγεί την Κόλαση * Είναι η Κόλαση πραγματική;
|
Μέσα στην Κόλαση με την ψυχή Η «Κόλαση» δεν είναι τόπος – είναι κατάσταση Του π. Στεφάνου Φρήμαν Μετάφραση Κ. Ν.
|

|
Η ακόλουθη ανάλυση τού π. Στεφάνου Φρήμαν, εξηγεί τον λόγο για τον οποίο συχνά συγχέεται νοηματικά η λέξη: "Άδης" (που αναφέρεται μόνο στις ψυχές), με τη λέξη: "κόλαση" (που αναφέρεται στην ψυχοσωματική ενότητα). Και η μία και η άλλη λέξη, συνδέονται νοηματικά ως προς το ότι είναι όχι τόποι, αλλά καταστάσεις. Γι' αυτό και ο Άδης (όπως και ο Παράδεισος), για κάποιους βιώνεται ως "κόλαση" (με την έννοια τής δυσμενούς αίσθησης). Έχω αποφύγει επιμελώς τις διαδικτυακές συζητήσεις σχετικά με μια «αιώνια κόλαση και την τιμωρία των πονηρών». Δεν σκοπεύω να αλλάξω αυτή την αποφυγή με αυτό το άρθρο. Ωστόσο, πιστεύω ότι η κόλαση είναι σημαντική στην χριστιανική πίστη, αν και όχι για τον σκοπό που φαντάζονται οι περισσότεροι. Αξίζει να σημειωθεί η περίφημη ρήση του Αγίου Σιλουανού: «Κράτα τον νου σου στην κόλαση και μην απελπίζεσαι». Οι περισσότερες συζητήσεις για την κόλαση (διαδικτυακά και αλλού) καταλήγουν μπλεγμένες μέσα στον υποτιθέμενο νομικό της χαρακτήρα. Η κόλαση, κατά αυτή την άποψη, είναι ένας τόπος τιμωρίας. Είναι η διακήρυξη της δικαιοσύνης. Υποστηρίζεται, πως η κραυγή για δικαιοσύνη απαιτεί την κόλαση ως απάντηση. Θυμάμαι τα λόγια του Αγίου Ισαάκ του Σύρου: «Δεν γνωρίζουμε τίποτα για την δικαιοσύνη του Θεού, μόνο το έλεός Του». Έχοντας αυτό κατά νου, θα αφήσω το δικανικό πλαίσιο για τον παράδεισο και την κόλαση, για να το μελετήσουν άλλοι. Για τον εαυτό μου, γνωρίζω μόνο το έλεος του Θεού. Ο Ψαλμωδός το λέει καλά: «πού πορευθώ από τού πνεύματός Σου και από τού προσώπου Σου πού φύγω; εάν αναβώ εις τον ουρανόν, Συ εκεί ει, εάν καταβώ εις τον άδην, πάρει» (Ψαλμ.138:7-8). Πώς μπορούσε ο Ψαλμωδός να πει κάτι τέτοιο; Είναι δυνατόν - μόνο αν ο ίδιος ο Ψαλμωδός έχει σταθεί σε εκείνο ακριβώς το «μέρος». Μιλάει για όσα γνωρίζει και όσα έχει δει. Και αυτή η συζήτηση που έκανε με τον Χριστό («Σύ») λέγεται και σε εμάς, επειδή κι εμείς έχουμε βρεθεί εκεί, ή, είμαστε εκεί, τώρα. Αν αφήσουμε στην άκρη το δικανικό πλαίσιο της «κόλασης» για μια στιγμή και το εξετάσουμε με όρους όντος και ύπαρξης (ένα οντολογικό πλαίσιο), τότε «κόλαση» γίνεται το όνομα της ανυπαρξίας μας. Είναι η ανυπαρξία μας που ταυτίζεται με τον χωρισμό μας από τον Θεό. Παρατηρήστε το απόσπασμα αυτό: «Στην παράδοσή μας, όταν ο άνθρωπος στέκεται ενώπιον του Θεού, πάντα βλέπει τον εαυτό του ως σκόνη και στάχτες. Αυτός ο θάνατος είναι τότε η υπαρξιακή συνειδητοποίηση, ή η εμπειρία του γεγονότος πως δεν είναι παρά μια κουκκίδα σκόνης. Και όντως είναι μια κουκκίδα σκόνης - με την οποία ο Θεός έχει ερωτευτεί παράφορα, στην οποία υποκλίνεται, και στο κάτι που γίνεται (θέωση). Παρ' όλα αυτά, όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών, όλοι όσοι έχουν ζήσει ποτέ και όλοι όσοι θα ζήσουν κάποτε, ανέρχονται ακριβώς στο τίποτα.» (Από ‘Την Ζωή των Πατέρων μας’, του π. Σίλβιου Μπούντα.) Ο Άγιος Αθανάσιος κάνει μια παρόμοια παρατήρηση στο έργο του «Περί Ενσάρκωσης». Η φύση μας, υποστηρίζει, έχει τις ρίζες της στην κενότητα. Υπάρχουμε, μόνο ως δωρεά. Χωριστοί από τον Θεό αρχίζουμε να κινούμαστε προς το τίποτα από το οποίο προήλθαμε. Αυτή η κίνηση, οντολογικά μιλώντας, μπορεί να περιγραφεί ως «κόλαση». Είναι από αυτή την «κόλαση» που στρεφόμαστε προς τον Θεό ως μετανοούντες. Σκεφτείτε το εξής: «...η μετάνοια (αλλάζω νου) είναι εν τέλει ο τρόπος με τον οποίο κάποιος ταυτίζεται με τη ζωή του/της – ή, πιο συγκεκριμένα - στο πώς κάποιος ταυτίζεται με την αδυναμία, τα βάσανα και τον θάνατό του. Με την μετάνοια αυτή η σχέση μεταβαίνει από το να συντηρείται και να κυβερνάται από το εγώ, στο να συντηρείται και να γράφεται από την ζωή και τον θάνατο του Χριστού.» (Μπούντα, ό.π.). Αυτή η μετάνοια απεικονίζεται για εμάς στην εικόνα της Καθόδου του Χριστού στον Άδη, η οποία συνήθως παρουσιάζεται το Πάσχα. Σε αυτήν, ο Χριστός σώζει τον Αδάμ και την Εύα από τα δεσμά τους στην «κόλαση» τού Άδη. Η εικόνα δεν αποτελεί αφ’ εαυτής μια ιστορική απεικόνιση, αλλά δείχνει την δράση του Χριστού στο Πάσχα Του. Ο Αδάμ και η Εύα συμβολίζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ο Άγιος Σιλουανός έγραψε το ποίημα «Ο Θρήνος του Αδάμ». Είναι η κραυγή του Αδάμ μέσα από τον Άδη. Πού είσαι, Κύριε; Πού είσαι, ω Φως μου; Γιατί έκρυψες το πρόσωπό Σου από μένα; Πολύς ο καιρός από τότε που Σε αντίκρυζε η ψυχή μου, και κουρασμένη Σε αναζητά με δάκρυα. Πού είναι ο Κύριός μου; Γιατί δεν Τον βλέπει η ψυχή μου; Τι Τον εμποδίζει να κατοικήσει μέσα μου; Αυτό είναι που Τον εμποδίζει: Η Χριστοειδής ταπεινότητα και η αγάπη για τους εχθρούς μου δεν υπάρχουν μέσα μου. Ο Θεός είναι αγάπη ακόρεστη, αγάπη αδύνατον να περιγραφεί. Κατανοημένη με αυτόν τον τρόπο, η «κόλαση» (ή και ο Άδης) είναι απαραίτητο κομμάτι για την κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης. Είναι το αδειανό της κατάστασής μας που αποκαλύπτεται από την πληρότητα του Θεού που είναι ο όντως Ών. «Κόλαση» είναι η γύμνια της κατάστασής μας που προσπαθούμε να αποφύγουμε με κάθε κόστος - δημιουργώντας απανωτές μεταμφιέσεις οι οποίες δεν μπορούν ποτέ να κρύψουν αυτή την γύμνια. Στον Χριστό, βλέπουμε τον Θεό-που-έγινε-άνθρωπος να εισέρχεται οικειοθελώς σε αυτή τη γύμνια. Γυμνός στον Σταυρό μπροστά στα μάτια όλων, «Τον νώτόν μου έδωκα εις τους μαστιγούντας και τας σιαγόνας μου εις τους μαδίζοντας· δεν έκρυψα το πρόσωπόν μου από υβρισμών και εμπτυσμάτων» (Ησ. 50:6) Δεν αρνήθηκε την αποξένωση που Του επιβάλαμε, ώστε να μπορέσει να πάει Εκείνος στον ίδιο τόπο της δικής μας αποξένωσης, για να μας φέρει σπίτι. «τον γαρ μη γνόντα αμαρτίαν υπέρ ημών αμαρτίαν εποίησεν, ίνα ημείς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεού εν αυτώ». (Β' Κορ. 5:21) «Ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος θεός». Άγιος Αθανάσιος, «Περί Ενσάρκωσης». Η αλήθεια της ύπαρξής μας βρίσκεται στον ίδιο τον Θεό, στην ένωσή μας μαζί Του. Σε Αυτόν, μαζί Του και μέσω Αυτού, δημιουργηθήκαμε για τον παράδεισο, για την πληρότητα της ύπαρξης που είναι ο ίδιος ο Θεός. Η εικονογραφία της Ορθόδοξης πίστης καθιστά σαφές ότι η είσοδος του Χριστού στον κόσμο μας είναι μια είσοδος σε μια ανθρώπινη κατάσταση με «ρίμα» που ταιριάζει με την «κόλαση». Στην εικόνα της Γέννησης του Χριστού, η Γέννησή Του απεικονίζεται να λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα σπήλαιο (και αυτό σίγουρα ίσχυε, αν και χρησιμοποιήθηκε ως «σταύλος»). Στην εικόνα, η σπηλιά απεικονίζεται με τρόπο που αντιγράφει την «σπηλιά» του Άδη που μπορεί να φανεί στην εικόνα της Καθόδου στον Άδη που σχετίζεται με το Πάσχα. Η ίδια απεικόνιση μπορεί παραδοσιακά να φανεί στην εικόνα της Βάπτισης του Χριστού όταν εισέρχεται μέσα στον Ιορδάνη, όπου τα νερά του Ιορδάνη είναι «κόλαση». Έτσι μας λέει ο Άγιος Παύλος ότι «όσοι έχουν βαπτιστεί στον Χριστό βαπτίστηκαν στον θάνατό Του.» Σε ένα ορισμένο επίπεδο, τέτοιες αποκαλύψεις μπορεί να φαίνονται αφηρημένες και μακρινές. Η δική μου βάπτιση ήταν πριν από 65 χρόνια. Πιο άμεσες είναι οι καθημερινές αγωνίες και η αναπόφευκτη επιδείνωση της υγείας. Κανένα από αυτά τα πράγματα δεν φαίνεται να βυθίζεται στο επίπεδο «κόλασης». Όμως η αποφυγή της κόλασης δεν είναι το ζητούμενο. Αντίθετα, είναι η αναγνώριση της «κόλασης» που είναι ήδη παρούσα μέσα στο κενό και τον θάνατο της ανθρώπινης κατάστασης. Είναι επίσης ο άδειος τόπος της ταπείνωσης. Αλλά, με τον Ψαλμωδό, αναγνωρίζουμε πως «ο Χριστός είναι εκεί». («πού πορευθώ από τού πνεύματός Σου και από τού προσώπου Σου πού φύγω; εάν αναβώ εις τον ουρανόν, Συ εκεί ει, εάν καταβώ εις τον άδην, πάρει»). Στον Εσπερινό, μπαίνουμε σε αυτό το μέρος και αρχίζουμε να προσευχόμαστε: «Kύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσόν μου, εισάκουσόv μου, Κύριε· Κύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσόv μου, πρόσχες τη φωνή της δεήσεώς μου, εν τω κεκραγέναι με προς σε· εισάκουσόν μου, Κύριε. Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου· έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή· Εισάκουσόν μου, Κύριε.» (Ψαλμός 140) Αργότερα, συνεχίζουμε: «…Εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχήν μου, του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Σου....» «…Εκ βαθέων εκέκραξά Σοι, Κύριε, Κύριε, εισάκουσον της φωνής μου.» Πού στεκόμαστε όταν προσφέρουμε αυτόν τον ύμνο (ένα σύνθετο στίχων από τους Ψαλμούς 140, 141, 129 και 116); Σαφώς, στεκόμαστε στα βάθη της «κόλασης» - της «φυλακής» (η εβραϊκή λέξη θα ήταν καλύτερα να μεταφραστεί ως «μπουντρούμι»). Είναι σημαντικό ότι, καθώς ψάλλονται ο Ψαλμός και οι στίχοι του, ο ιερέας βγαίνει από το Ιερό, θυμιατίζοντας την Εκκλησία και τον λαό. Καθώς υψώνουμε τις φωνές μας από τον τόπο του σκότους, ο Χριστός εισέρχεται ανάμεσά μας. Έρχεται για να σώσει. Όταν ολοκληρωθεί αυτός ο ύμνος, οι πόρτες του Ιερού ανοίγουν και ο ιερέας εισέρχεται ξανά με θυμίαμα και φως, ενώ εμείς ψάλλουμε τον ύμνο «Φως ιλαρόν, αγίας δόξης…..». Είναι η απελευθέρωσή μας. Αυτή η «λειτουργία» επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά στην καθημερινότητά μας. Κατά την γνώμη μου, έχει υπάρξει το πρότυπο της ιεροσύνης, να συναντάμε ανθρώπους στις διάφορες φυλακές της ψυχής, στα επίπεδα της κόλασης μέσα στην καρδιά, και να κηρύττουμε το Ευαγγέλιο. «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς.» (Ματθ.4:16) Ο Χριστός έρχεται σε εμάς. Ένα δύσκολο κομμάτι της πνευματικής ζωής είναι να αναγνωρίζουμε το σκοτάδι για αυτό που είναι, και να επιτρέπουμε στον Χριστό να εισέλθει. Πολύ συχνά, φεύγουμε από το σκοτάδι σε φανταστικά μέρη, στις διάφορες νευρώσεις που εσφαλμένα τις θεωρούμε καταφύγιο. Δεν πρέπει ποτέ τις νευρώσεις μας να τις σχετίζουμε με τον Θεό. Αυτή είναι μια δύσκολη πειθαρχία. Στην Θεία Λειτουργία, λίγο πριν ξεκινήσει, θυμιατίζεται το Ιερό, καθώς απαγγέλλονται σιγανά αυτοί οι στίχοι: «Εν τάφω σωματικώς, εν άδη δε μετά ψυχής ως Θεός, εν παραδείσω δε μετά ληστού, και εν θρόνω υπήρχες, Χριστέ, μετά Πατρός και Πνεύματος, πάντα πληρών ο απερίγραπτος.» Ακριβώς. Ακολουθήστε τον Χριστό... Παντού, μέσα από τα πάντα. Εκείνος είναι εκεί. |
Δημιουργία αρχείου: 11-9-2026.
Τελευταία μορφοποίηση: 11-9-2026.