Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Σωτηρία και Πατέρες

Πώς ο κατ' εικόνα τού Θεού άνθρωπος γίνεται καθ' ομοίωσιν εν Αγίω Πνεύματι * Το βάπτισμα τού Αγίου Πνεύματος στην Καινή Διαθήκη * Το Άγιον Πνεύμα ως "συστατικό" τού Ανθρώπου Βιβλιοπαρουσίαση * Μαρτυρίες αγίων Πατέρων, περί τού εμφυσήματος τού Αγίου Πνεύματος στον Αδάμ, μαζί με τη βιολογική δημιουργία του * Η διδασκαλία αγίων Πατέρων και Θεολόγων για το "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν"

Κατά Αιρέσεων Βιβλίο 5ο: Κεφ. 12.

Ψυχικός άνθρωπος

και Πνευματικός άνθρωπος

Αγίου Ειρηναίου τής Λυών (2ος - αρχές 3ου αιώνος).

 

Πηγή: "Έλεγχος και Ανατροπή τής Ψευδωνύμου Γνώσεως", βιβλίο 5ο, κεφάλαιο 12, σε μετάφραση αρχιμ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη δ. Θ. Θεσσαλονίκη 1991.

1. [Όπως, λοιπόν, το σώμα είναι επιδεκτικό της φθοράς, έτσι είναι επιδεκτικό και της αφθαρσίας. Και όπως είναι επιδεκτικό του θανάτου, έτσι είναι επιδεκτικό και της ζωής. Αυτά τα δύο δεν παραμένουν μαζί, αλλά το ένα αναιρείται από το άλλο και όταν το ένα υπάρχει, το άλλο εξαφανίζεται. Εάν, λοιπόν, ο θάνατος νίκησε τον άνθρωπο και έδιωξε από αυτόν τη ζωή και τον κατέστησε νεκρό, πολύ περισσότερο η ζωή, όταν τον νικήσει, διώχνει το θάνατο και καθιστά τον άνθρωπο ζωντανό μπροστά στον Θεό. Διότι, αν ο θάνατος νέκρωσε τον άνθρωπο, γιατί η ζωή δεν τον ζωοποιεί; Καθώς λέγει ο προφήτης Ησαΐας: «Κατέπιεν ο θάνατος ισχύσας». Και πάλι: «αφείλεν ο Θεός παν δάκρυον από παντός προσώπου»[1]][2]. Χάθηκε η παλιά ζωή, διότι δόθηκε όχι με το Πνεύμα, αλλά με την πνοή.

2. [Άλλη είναι η πνοή της ζωής[3], η οποία κάνει ψυχικό τον άνθρωπο, και άλλο το Πνεύμα, που ζωοποιεί[4] και καθιστά πνευματικό τον άνθρωπο. Και γι' αυτό ο Ησαΐας λέγει: «Ούτω λέγει Κύριος ο ποιήσας τον ουρανόν, και στερεώσας αυτόν, ο πήξας την γην και τα εν αυτή· και διδούς πνοήν τω λαώ τω επ' αυτής και Πνεύμα τοις πατούσιν αυτήν»[5]. Η μεν πνοή δόθηκε εξ ίσου σε όλους τους λαούς της γης. Το Πνεύμα, όμως, δόθηκε εξαιρετικώς σε όσους καταπατούν τις σαρκικές επιθυμίες. Γι' αυτό, πάλι, ο ίδιος ο Ησαΐας διασαφηνίζει όσα είπε πριν και λέγει: «Πνεύμα γαρ παρ' εμού εξελεύσεται, και πνοήν πάσαν εγώ εποίησα»[6]. Το Πνεύμα το όρισε ιδιαίτερα για τον Θεό που το εκχέει στους εσχάτους καιρούς[7] με την υιοθεσία[8] στην ανθρωπότητα. Την πνοή την έταξε από κοινού στην κτίση και τη χαρακτήρισε ως δημιούργημα. Διαφέρει δε το δημιούργημα από τον Δημιουργό. Η πνοή, λοιπόν, είναι πρόσκαιρη, αλλά το Πνεύμα είναι αιώνιο. Και η μεν πνοή, αφού ακμάσει για λίγο και παραμείνει για κάποιο διάστημα, μετά από αυτό φεύγει, αφήνοντας χωρίς πνοή το σώμα, στο οποίο ήταν πρωτύτερα. Το Πνεύμα, όμως, περιλαμβάνει από μέσα και από έξω τον άνθρωπο, διότι πάντοτε παραμένει και ποτέ δεν τον εγκαταλείπει][9]. «Αλλ' ου πρώτον το πνευματικόν», λέγει ο Απόστολος, (σαν να το λέγει προς εμάς τους ανθρώπους), «αλλά πρώτον το ψυχικόν, έπειτα το πνευματικόν»[10]. Και έτσι είναι το λογικό. Πρώτα έπρεπε να πλασθεί ο άνθρωπος και να πάρει ψυχή[11] και έπειτα να πάρει επί πλέον και το Πνεύμα. Γι' αυτό και «εγένετο ο πρώτος Αδάμ» από τον Κύριο «εις ψυχήν ζώσαν ο δε δεύτερος εις πνεύμα ζωοποιούν»[12]. [Όπως, λοιπόν, ο άνθρωπος, που έγινε «εις ψυχήν ζώσαν», όταν μεταστράφηκε στο χειρότερο, έχασε τη ζωή, έτσι πάλι ο ίδιος, όταν επιστρέψει στο καλύτερο και επί πλέον πάρει το Πνεύμα που ζωοποιεί, θα βρει τη ζωή.

3. Δεν είναι άλλο αυτό που πεθαίνει και άλλο αυτό που ζωοποιείται, όπως και δεν είναι άλλο αυτό που χάθηκε και άλλο αυτό που βρέθηκε. Αλλά εκείνο «το απολωλός πρόβατον»[13] ήλθε ο Κύριος να αναζητήσει. Ποιο. Ήταν, λοιπόν, εκείνο που πέθανε: Οπωσδήποτε, ήταν το σώμα, το οποίο έχασε την πνοή της ζωής και έγινε χωρίς πνοή, νεκρό. Αυτό ήλθε ο Κύριος να το ζωοποιήσει. Και όπως «εν τω Αδάμ» όλοι πεθαίνουμε, διότι είμαστε ψυχικοί, έτσι εν τω Χριστώ θα ζήσουμε[14], διότι είμαστε πνευματικοί. Αφήσαμε όχι το πλάσμα του Θεού, αλλά τις σαρκικές επιθυμίες και επί πλέον πήραμε το Άγιο Πνεύμα][15] Αυτό λέγει και ο Απόστολος στην προς Κολασσαείς επιστολή: «Νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης»[16]. Ποια, όμως, είναι αυτά, ο ίδιος το εξηγεί «Πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία»[17]. Ο Απόστολος παραγγέλλει να τα αποθέσωμε αυτά και κηρύσσει ότι αυτοί που τα κάνουν, επειδή είναι μόνο σάρκα και αίμα, δεν μπορούν να κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών. Διότι η ψυχή τους, που κλίνει προς το χειρότερο και κατέρχεται στις γήινες επιθυμίες, πήρε την ίδια ονομασία που έχουν και εκείνα. Αυτά παραγγέλλοντας να τα αποθέσουμε, λέγει πάλι στην ίδια επιστολή: «απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού»[18]. Αυτό, όμως, το έλεγε χωρίς να αρνείται την παλιά πλάση (το σώμα). Αλλιώς έπρεπε να φονεύσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας και να χωρισθούμε από τη συναναστροφή των συνανθρώπων μας.

4. Αλλά και ο ίδιος ο Απόστολος, που πλάσθηκε στη μήτρα και εξήλθε από την κοιλιά της μητέρας του, έγραφε σε εμάς: «Και το ζην εν σαρκί καρπός έργου»[19]. Παραδέχθηκε, λοιπόν, στην προς Φιλιππησίους επιστολή ότι ο καρπός του έργου του Πνεύματος είναι η σωτηρία του σώματος. Ποιος άλλος είναι ο εμφανής καρπός του Πνεύματος που δεν φαίνεται, παρά το να καθιστά το σώμα ώριμο και δεκτικό αφθαρσίας; Λέγοντας: «Ει δε το ζην εν σαρκι τούτο μοι καρπός έργου»[20], οπωσδήποτε δεν περιφρονούσε την ουσία της σάρκας με εκείνο που είπε: «απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού»[21], αλλά φανέρωσε την απόθεση της παλιάς ζωής μας, αυτής που γερνάει και φθείρεται. Και γι' αυτό πρόσθεσε: «Και ενδυσάμενοι τον νέον άνθρωπον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ' εικόνα του κτίσαντος αυτόν»[22]. Με αυτό, λοιπόν, που λέγει: «Τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν», φανερώνει ότι ο ίδιος άνθρωπος, που πριν είχε άγνοια, αγνοούσε, δηλαδή, τον Θεό, ανακαινίζεται με τη γνώση που υπάρχει μέσα του. Διότι η γνώση του Θεού ανανεώνει τον άνθρωπο. Και με αυτό που λέγει: «κατ' εικόνα του κτίσαντος αυτόν» φανέρωσε την εν Χριστώ ανακεφαλαίωση του ανθρωπου[23], που στην αρχή πλάσθηκε κατ' εικόνα Θεού[24].

5. Επειδή ήταν ο ίδιος Απόστολος που γεννήθηκε εκ μήτρας, δηλαδή, από την παλιά ουσία της σάρκας, είπε στην προς Γαλάτας επιστολή «Ότε δε ευδόκησεν ο Θεός ο αφορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου και καλέσας δια της χάριτος αυτού αποκαλύψαι τον Υιόν αυτού εν εμοί ίνα ευαγγελίζωμαι αυτόν εν τοις έθνεσι»[25]. Δεν ήταν άλλος, όπως είπαμε πριν, αυτός που γεννήθηκε εκ μήτρας και άλλος αυτός που ευαγγελιζόταν τον Υιό του Θεού. Ήταν ο ίδιος, που πριν αγνοούσε και κατεδίωκε την Εκκλησία[26], αλλά, όταν του έγινε η αποκάλυψη από τον ουρανό και μίλησε με τον Κύριο, όπως δείξαμε στο τρίτο βιβλίο[27], ευαγγελιζόταν τον Υιό του Θεού, τον Ιησού Χριστό, ο οποίος σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου. Την προηγούμενη άγνοια την έδιωξε η γνώση που ακολούθησε. Όπως οι τυφλοί που θεράπευσε ο Κύριος[28] έχασαν μεν την τύφλωση. Πήραν, όμως, ολόκληρη την υπόσταση των οφθαλμών και με τα ίδια μάτια που πριν δεν έβλεπαν, ξαναπήραν την όραση. Η αμαύρωση των οφθαλμών έφυγε με την ανάβλεψη, αλλά παρέμεινε η υπόσταση των οφθαλμών, ώστε με τα μάτια που δεν έβλεπαν, με αυτά πάλι να δουν και να ευχαριστήσουν αυτόν που τους αποκατέστησε την όραση. Έτσι και σε εκείνον που θεραπεύθηκε το ξεραμένο χέρι[29] και σε όλους όσοι θεραπεύθηκαν, δεν άλλαξαν τα μέλη που εξ αρχής προήλθαν από τη μήτρα, αλλά τα πήραν πάλι υγιή.

6. Ο Ποιητής των όλων και Λόγος του Θεού, ο οποίος εξ αρχής έπλασε τον άνθρωπο, επειδή βρήκε το πλάσμα του φθαρμένο από την κακία, το θεράπευσε με κάθε τρόπο· αφ' ενός μεν το κάθε μέλος το αποκατέστησε, όπως πλάσθηκε στην αρχή, αφ' ετέρου δε εφ' άπαξ αποκατέστησε όλο τον άνθρωπο υγιή και ακέραιο, προετοιμάζοντας τον, ώστε να είναι τέλειος για την ανάσταση. Και τι λόγο είχε να θεραπεύσει τα μέλη του σώματος και να τα αποκαταστήσει στην αρχική κατάσταση, εάν δεν επρόκειτο να σωθούν αυτά που θεράπευσε; Αν ήταν πρόσκαιρη η ωφέλεια από αυτόν, τίποτε σπουδαίο δεν πρόσφερε σε όσους θεράπευσε. Ή πώς λέγουν ότι δεν είναι δεκτικό ζωής το σώμα που προέρχεται από αυτόν και παίρνει από αυτόν τη θεραπεία; Διότι η ζωή επικρατεί με τη θεραπεία και η αφθαρσία με τη ζωή. Όποιος, λοιπόν, παρέχει τη θεραπεία, αυτός παρέχει και τη ζωή. Και οποίος δίδει τη ζωή, αυτός και περιβάλλει το πλάσμα του με την αφθαρσία.

 

Σημειώσεις


1. Ησαΐας 25,8.

2. Ιωάννου Δαμασκηνού, εις τα Ιερά Παράλληλα. Εξέδωκε Halloixius.

3. Γένεσις 2,7.

4. Α΄ Κορινθίους 15,45.

5. Ησαΐας 42,5.

6. Ησαΐας 57,16.

7. Ιωήλ 3,1· Πράξεις 2,17.

8. Ρωμαίους 8,15.

9. Catena in Genesim. Εξέδωκε Halloixius.

10. Α΄ Κορινθίους 15,46.

11. Γένεση 2,7.

12. Α΄ Κορινθίους 15,45.

13. Ματθαίος 18, 11 και εξής. Παράβαλλε Λουκάς 15,4 και εξής.

14. Α΄ Κορινθίους 15,22.

15. Ιωάννου Δαμασκηνού, εις τα Ιερά Παράλληλα. Εξέδωκε Halloixius. Παράβαλλε και PG 96,485C.

16. Κολοσσαείς 3,5.

17. Κολοσσαείς 3,5.

18. Κολοσσαείς 3,9.

19. Φιλιππισίους 1,22.

20. Φιλιππισίους 1,22.

21. Κολοσσαείς 3,9.

22. Κολοσσαείς 3,10.

23. Εφεσίους 1,10.

24. Γένεση 1,26.

25. Γαλάτας 1,15-16.

26. Γαλάτας 1,13.

27. Κεφ. 12,9 και 15,1.

28. Ματθαίος 12,22· Μάρκος 8,22-25· Λουκάς 18,35-42· Ιωάννης 9,1-7.

29. Ματθαίος 12,9 και εξής.

Δημιουργία αρχείου: 7-5-2026.

Τελευταία μορφοποίηση: 7-5-2026.

ΕΠΑΝΩ