|
|
Ο "Άγγελος Γιαχβέ" και η θέα του Θεού * Φανέρωση του Θεού εν Χριστώ * Απορίες για τις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος
|
Κατά Αιρέσεων Βιβλίο 4ο: Κεφάλαιο 20. Οι φανερώσεις τού Θεού στους πιστούς τής ιστορίας Αγίου Ειρηναίου τής Λυών (2ος - αρχές 3ου αιώνος).
Πηγή: "Έλεγχος και Ανατροπή τής Ψευδωνύμου Γνώσεως", βιβλίο 4ο, κεφάλαιο 20ο, σε μετάφραση αρχιμ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη δ. Θ. Θεσσαλονίκη 1991. |

|
1. Είναι αδύνατο, λοιπόν, να γνωρίσουμε τον Θεό κατά το μέγεθος του, διότι είναι αδύνατο να μετρήσουμε τον Πατέρα. Λόγω της αγάπης του (διότι αυτή μας οδηγεί δια του Λόγου στον Θεό), όσοι υπακούουν σε αυτόν πάντοτε μαθαίνουν ότι είναι τόσο μεγάλος Θεός και ο ίδιος είναι αυτός που μόνος του έκτισε και δημιούργησε και κόσμησε, αλλά και συνέχει τα πάντα και ανάμεσα σε αυτά τον δικό μας κόσμο. Και εμείς, λοιπόν, γίναμε μαζί με όσα συνέχει αυτός. Και αυτός είναι που λέγει η Γραφή: «Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης λαβών και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής»[1]. Δεν μας έκαναν, λοιπόν, ούτε μας έπλασαν οι άγγελοι, ούτε μπόρεσαν αυτοί να κάνουν την εικόνα του Θεού· ούτε, όμως, και κάποιος άλλος εκτός από τον Λόγο του Κυρίου, ούτε η Δύναμη που απέχει πολύ από τον Πατέρα των όλων. Διότι ο Θεός δεν είχε την ανάγκη τους για να κάνει όσα ο ίδιος μόνος του είχε προορίσει να γίνουν, σαν να μη είχε τα δικά του χέρια (τον Υιό και το Πνεύμα). Υπάρχει πάντοτε κοντά του ο Λόγος και η Σοφία[2], ο Υιός και το Πνεύμα, που δι' αυτών και «εν αυτοίς» τα έκανε όλα ελευθέρως και με τη θέλησή του. Προς αυτούς δε απευθυνόμενος λέγει: «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημετέραν και καθ' ομοίωσιν»[3]. Ο ίδιος μόνος του πήρε την ουσία των κτισμάτων και το πρότυπο των δημιουργημάτων και το σχήμα του κόσμου που κυβερνά. 2. [Καλώς, λοιπόν, είπε η Γραφή[4] «Πρώτον πάντων πίστευσον ότι είς εστίν ο Θεός, ο τα πάντα κτίσας και καταρτίσας και ποιήσας εκ του μη όντος εις το είναι τα πάντα και πάντα χωρών, μόνος δε αχώρητος ων»][5]. Καλώς και ο προφήτης Μαλαχίας λέγει: «Ουχί Θεός είς έκτισεν ημάς; ουχί πατήρ είς πάντων ημών;»[6]. Σύμφωνα με αυτό και ο Απόστολος λέγει: «είς Θεός Πατήρ ο επί πάντων και εν πάσιν ημίν»[7]. Παρομοίως δε και ο Κύριος λέγει: «Πάντα μοι παρεδόθη υπό του Πατρός μου»[8], δηλαδή, από αυτόν που έκανε τα πάντα. (Διότι δεν του παρέδωσε ξένα, αλλά τα δικά του. Με το «πάντα» εννοείται ότι δεν του αφαιρέθηκε τίποτε· και γι' αυτό ο ίδιος είναι «κριτής ζώντων και νεκρών»[9], «έχων την κλειν του Δαυίδ, ο ανοίγων και ουδείς κλείσει, κλείων και ουδείς ανοίξει»[10]. Κανείς άλλος ούτε στον ουρανό ούτε στη γη ούτε κάτω από τη γη μπόρεσε να ανοίξει το βιβλίο του Πατρός, ούτε να το δει[11], παρά μόνον «το αρνίον το εσφαγμένον»[12], που μας εξαγόρασε με το αίμα του[13]). Από τον ίδιο ακριβώς, που τα έκανε όλα με τον Λόγο και τα τακτοποίησε με τη Σοφία, πήρε την εξουσία όλων, όταν «ο Λόγος σαρξ εγένετο»[14], ώστε ο Λόγος του Θεού, όπως είχε την κυριαρχία στους ουρανούς, έτσι να έχει και στη γη εξουσία, διότι ήταν άνθρωπος δίκαιος, «ος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού»[15]. Έχει, όμως, και την εξουσία των υποκάτω της γης, διότι έγινε ο πρωτότοκος των νεκρών[16]. Έτσι όλα βλέπουν, όπως είπαμε πριν, τον Βασιλιά τους. Στη σάρκα του Κυρίου μας συναντούμε το πατρικό φως και από το εσταυρωμένο σώμα του έρχεται η λάμψη σε εμάς. Με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος, περιβεβλημένος με το πατρικό φως. Έφθασε στην αφθαρσία. 3. Δια πολλών αναφέραμε ότι ο Λόγος, δηλαδή, ο Υιός, πάντοτε ήταν μαζί με τον Πατέρα. Σχετικώς, όμως, με το ότι και η Σοφία, δηλαδή, το Πνεύμα, ήταν κοντά του πριν από κάθε δημιούργημα του, λέγει με το Σολομώντα: «Ο Θεός τη σοφία εθεμελίωσε την γην, ητοίμασε δε ουρανούς φρονήσει· εν αισθήσει άβυσσοι ερράγησαν, νέφη δε ερρύησαν δρόσους»[17]. Και πάλι: «Κύριος έκτισέ με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού, προ του αιώνος εθεμελίωσε με εν αρχή προ του την γην ποιήσαι. Και προ του τας αβύσσους ποιήσαι, προ του προελθείν τας πηγάς των υδάτων, προ του όρη εδρασθήναι, προ δε πάντων βουνών γεννά με»[18]. Και πάλν «Ηνίκα ητοίμαζε τον ουρανόν, συμπαρήμην αυτώ, και ως ασφαλείς ετίθει πηγάς της αβύσσου και ισχυρά εποίει τα θεμέλια της γης, ήμην παρ' αυτώ αρμόζουσα. Εγώ ήμην ή προσέχαιρε, καθ' ημέραν δε ευφραινόμην εν προσώπω αυτού εν παντι καιρώ, ότε ενευφραίνετο την οικουμένην συντελέσας, και ενευφραίνετο εν υιοίς ανθρώπων»[19]. 4. Ένας, λοιπόν, είναι ο Θεός που με τον Λόγο και τη Σοφία έκανε και διευθέτησε τα πάντα. Αυτός είναι ο Δημιουργός, ο οποίος και αυτόν τον κόσμο τον έδωσε στο ανθρώπινο γένος και ως προς το μέγεθος μεν είναι άγνωστος σε όλους αυτούς που έκανε (διότι κανείς δεν ερεύνησε το ύψος του ούτε από τους παλιούς, οι οποίοι ανεπαύθησαν, ούτε από τους ζώντες τώρα), λόγω δε της αγάπης του γίνεται γνωστός πάντα με τον Λόγο του, με τον οποίο τα δημιούργησε όλα. [Αυτός ο Λόγος του είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος στους εσχάτους καιρούς έγινε άνθρωπος μεταξύ των ανθρώπων, για να σύνδεση το τέλος με την αρχή, δηλαδή, τον άνθρωπο με τον Θεό. Και γι' αυτό οι Προφήται, οι οποίοι έλαβαν το προφητικό χάρισμα από τον ίδιο τον Λόγο, προφήτευσαν την κατά σάρκα έλευσή του][20], με την οποία έγινε η ένωση και επικοινωνία του Θεού και του ανθρώπου, κατά την ευδοκία του Πατρός. Απ' αρχής ο Λόγος του Θεού προφήτευσε ότι θα δουν οι άνθρωποι τον Θεό και ότι αυτός θα ζήσει μαζί τους επάνω στη γη[21] και θα συνομιλήσει και θα βοηθήσει το πλάσμα του σώζοντάς το και γινόμενος αντιληπτός από αυτό και απελευθερώνοντας εμάς από τα χέρια όλων όσοι μας μισούν[22], δηλαδή, από κάθε πνεύμα πλάνης. Και πράγματι, μας έκανε να τον υπηρετούμε με αγιότητα και δικαιοσύνη όλες τις ημέρες μας[23], ώστε να περιβληθεί ο άνθρωπος το Πνεύμα του Θεού και να προχωρήσει στη δόξα του Πατρός. 5. Αυτά προφήτευαν οι Προφήται. Αλλά, επειδή είναι αόρατος ο Πατήρ των όλων, αυτό δεν σημαίνει ότι άλλος ήταν αυτός που έβλεπαν οι Προφήται, όπως λένε μερικοί. Αυτοί δεν ξέρουν καθόλου τι είναι προφητεία. Διότι η προφητεία είναι η πρόρρηση των μελλόντων, δηλαδή, το ότι προσημαίνονται αυτά που θα υπάρξουν ύστερα. Προφήτευαν, λοιπόν, οι Προφήται ότι οι άνθρωποι θα δουν τον Θεό, όπως και ο Κύριος το λέγει: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται»[24]. Αλλά κατά το μέγεθός του και τη θαυμαστή δόξα του «ου μη ίδη άνθρωπος τον Θεόν και ζήσεται»[25], διότι ο Πατήρ είναι ακατάληπτος. Λόγω της αγάπης του και της φιλανθρωπίας του και επειδή όλα μπορεί να τα κάνει, σε όσους τον αγαπούν παρεχώρησε ακόμη και το να δουν τον Θεό, όπως προφήτευσαν οι Προφήται. Διότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν»[26]. Μόνος του ο άνθρωπος δεν βλέπει τον Θεό. Ο ίδιος, όμως, με τη θέλησή του φαίνεται στους ανθρώπους, που θέλει αυτός, όταν θέλει και όπως θέλει, διότι είναι ο παντοδύναμος Θεός. Φάνηκε τότε με το πνεύμα της προφητείας. Φάνηκε και με τον Υιό δια της υιοθεσίας, θα φανεί ακόμη και στη βασιλεία των ουρανών ως Πατήρ. Το Πνεύμα, βεβαίως, εν τω Υιώ προετοιμάζει τον άνθρωπο. Ο Υιός, όμως, οδηγεί στον Πατέρα. Ο Πατήρ δωρίζει την αφθαρσία στην αιώνια ζωή, την οποία κερδίζει οποίος βλέπει τον Θεό. [Όπως αυτοί που βλέπουν το φως είναι μέσα στο φως και παίρνουν από τη λαμπρότητά του, έτσι όσοι βλέπουν τον Θεό είναι μέσα στον Θεό και γίνονται μέτοχοι της λαμπρότητάς του. Θα πάρουν, λοιπόν, τη ζωή όσοι βλέπουν τον Θεό. Και γι' αυτό ο Θεός, ο αχώρητος και ακατάληπτος και αόρατος, φανέρωσε τον εαυτό του για να τον δουν οι πιστοί, να τον καταλάβουν και να τον δεχθούν, να δώσει δε τη ζωή σε όσους τον δέχονται και τον βλέπουν με την πίστη. Όπως το μέγεθός του είναι ανεξιχνίαστο, έτσι και η αγαθότητά του είναι ανεξήγητη. Λόγω δε αυτής της αγαθότητος δίδει τη ζωή σε όσους τον βλέπουν. Επειδή δεν ήταν δυνατόν να ζει κανείς χωρίς τη ζωή, και η ζωή αρχίζει να υπάρχει περίσσεια και άφθονη, όταν επικοινωνούμε με τον Θεό. Η επικοινωνία, όμως, με τον Θεό είναι το να τον γνωρίζουμε και να απολαμβάνουμε την αγαθότητά του][27]. 6. Οι άνθρωποι, λοιπόν, θα δουν τον Θεό για να ζήσουν, γινόμενοι αθάνατοι με τη θέα του και επεκτεινόμενοι μέχρι τον Θεό. Όπως είπα πριν, οι Προφήται με τους τύπους φανέρωναν ότι θα δουν τον Θεό οι άνθρωποι, οι οποίοι φέρουν το Πνεύμα του και πάντα προσδοκούν την έλευσή του. Έτσι λέγει και ο Μωυσής στο Δευτερονόμιο: «Εν τη ημέρα ταύτη οψόμεθα ότι λαλήσει ο Θεός προς άνθρωπον, και ζήσεται»[28]. Μερικοί από αυτούς έβλεπαν το προφητικό Πνεύμα και τα έργα του στα ποικίλα χαρίσματα που εκχέονταν. Άλλοι έβλεπαν την έλευση του Κυρίου και την εξ αρχής διακονία του, με την οποία έκανε το θέλημα του Πατρός στον ουρανό και στη γη. Άλλοι, πάλι, έβλεπαν και τη δόξα του Πατρός κατάλληλη κατά το χρόνο και για όσους έβλεπαν και άκουγαν τότε και για τους ανθρώπους που θα άκουγαν στη συνέχεια. Έτσι, λοιπόν, φανερωνόταν ο Θεός. Διότι με όλα αυτά φαίνεται ο Θεός Πατήρ. Το Πνεύμα επιτελεί, ο Υιός υπηρετεί, ο Πατήρ ευδοκεί και ο άνθρωπος τελειοποιείται για τη σωτηρία. Έτσι λέγει με τον Προφήτη Ωσηέ: «Εγώ οράσεις επλήθυνα και εν χερσίν Προφητών ωμοιώθην»[29]. Ο Απόστολος Παύλος το εξήγησε αυτό το ίδιο, λέγοντας: «Διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισί, το δε αυτό Πνεύμα· και διαιρέσεις διακονιών εισιν και ο αυτός Κύριος· και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δε αυτός εστί Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσιν. Εκάστω δε δίδοται η φανέρωσις του Πνεύματος προς το συμφέρον» [30]. Αλλά ενώ αυτός,που ενεργεί «τα πάντα εν πάσιν», είναι Θεός, μεγάλος, αόρατος και άρρητος για όλα όσα έκανε, όμως, δεν είναι καθόλου άγνωστος. Όλα μαθαίνουν με τον Λόγο του ότι ένας είναι ο Θεός Πατήρ, ο οποίος συνέχει τα πάντα και σε όλα παρέχει την ύπαρξη. Όπως γράφτηκε στο ευαγγέλιο: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός εκείνος εξηγήσατο»[31]. 7. Εξηγεί, λοιπόν, εξ αρχής ο Υιός του Πατρός, διότι εξ αρχής είναι μαζί με τον Πατέρα. Αυτός τις προφητικές οράσεις και τις διαιρέσεις των χαρισμάτων και τις διακονίες του και τη δόξα του Πατρός τις έδειξε στο ανθρώπινο γένος κατ' αναλογία και όπως ταίριαζε και στον κατάλληλο χρόνο για το δικό τους όφελος. Όπου υπάρχει συνέπεια, εκεί υπάρχει και σταθερότητα. Και όπου υπάρχει σταθερότητα, εκεί υπάρχει και η καταλληλότητα του χρόνου. Και όπου υπάρχει η καταλληλότητα του χρόνου, εκεί υπάρχει και η ωφέλεια. Και γι' αυτό ο Λόγος έγινε οικονόμος της χάριτος του Πατρός προς όφελος των ανθρώπων, χάριν των οποίων έκανε τόσες οικονομίες, δείχνοντας τον Θεό στους ανθρώπους και παρουσιάζοντας στον Θεό τον άνθρωπο. Διεφύλαττε, βεβαίως, το αόρατον του Πατρός, μη τυχόν γίνει ο άνθρωπος καταφρονητής του Θεού και για να έχει πάντα προς τι να κατευθυνθεί. Πάλι, όμως, με τις πολλές οικονομίες του έκανε τον Θεό ορατό στους ανθρώπους, για να μη αποστατήσει πέρα για πέρα ο άνθρωπος από τον Θεό και παύσει να υπάρχει. Διότι η δόξα του Θεού είναι ο ζων άνθρωπος. Η ζωή, όμως, του ανθρώπου είναι η θέα του Θεού. Αν η δια της κτίσεως φανέρωση του Θεού παρέχει τη ζωή σε όλα όσα ζουν στη γη, πολύ περισσότερο η δια του Λόγου φανέρωση του Πατρός παρέχει τη ζωή σε όσους βλέπουν τον Θεό. 8. Το Πνεύμα του Θεού, λοιπόν, προφήτευε τα μέλλοντα δια των Προφητών, μας προετοίμαζε και μας προσήρμοζε από πριν για να είμαστε υποταγμένοι στον Θεό. Στο μέλλον, όμως, επρόκειτο να δει ο άνθρωπος τον Θεό με την ευδοκία του Αγίου Πνεύματος. Κατ' ανάγκην έπρεπε αυτοί, με τους οποίους προφητεύονταν τα μέλλοντα, να δουν τον Θεό, για τον οποίο οι ίδιοι φανέρωναν ότι θα τον δουν οι άνθρωποι. Έτσι δεν κηρύσσεται μόνο με τους Προφήτες ο Θεός και ο Υιός του Θεού, ο Υιός και ο Πατήρ, αλλά και φαίνεται σε όλα τα αγιασμένα μέλη και στους «διδακτούς Θεού»[32]. Προετοιμάζεται ο άνθρωπος και φροντίζει να προσαρμοσθεί σε αυτήν τη δόξα, η οποία αργότερα θα αποκαλυφθεί σε όσους αγαπούν τον Θεό[33]. Δεν προφήτευαν μόνο με το λόγο τους οι Προφήται, αλλά και με το όραμα και με τη ζωή τους και με τις πράξεις τους, αναλόγως με τη χορηγία του Πνεύματος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, έβλεπαν τον αόρατον Θεό, όπως λέγει ο Ησαΐας: «Τον βασιλέα Κύριον Σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς μου»[34]. Δείχνει, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος θα δει με τα μάτια του τον Θεό και θα ακούσει τη φωνή του. Με αυτό, λοιπόν, το νόημα και τον Υιό του Θεού τον έβλεπαν ως άνθρωπο να συναναστρέφεται με τους ανθρώπους[35], προφητεύοντας αυτό που θα γινόταν στο μέλλον, λέγοντας ότι είναι παρών αυτός που ακόμη δεν ήταν, κηρύσσοντας ως παθητό τον απαθή και λέγοντας ότι κατήλθε «εις χουν θανάτου»[36] αυτός, που τότε ήταν στους ουρανούς. Και από τις υπόλοιπες οικονομίες τής εν αυτώ ανακεφαλαιώσεως[37] μερικές, βεβαίως, τις έβλεπαν με οράματα, μερικές τις κήρυτταν με το λόγο, μερικές, όμως, τις σήμαιναν δια των τύπων. Όσα έπρεπε να δουν, τα έβλεπαν μπροστά τους. Όσα δε έπρεπε να ακουσθούν, τα κήρυσσαν με το λόγο. Όσα έπρεπε να κάνουν, τα εκτελούσαν με τα έργα τους. Όλα τα προφήτευαν. Γι' αυτό και ο Μωυσής στον παραβάτη του νόμου λαό έλεγε ότι ο Θεός είναι «πυρ»[38] και απειλούσε ότι ο Θεός θα επαγάγει σε αυτούς «ημέραν πυρός». Σε αυτούς, όμως, που είχαν φόβο Θεού έλεγε: «Κύριος ο Θεός οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός, και δικαιοσύνην διατηρών και έλεος εις χιλιάδας, αφαιρών ανομίας και αδικίας και αμαρτίας»[39]. 9. Και ο Λόγος μεν μιλούσε στο Μωυσή «ενώπιος ενωπίων ως ει τις λαλήσει προς τον εαυτού φίλον»[40]. Ο Μωυσής δε επιθύμησε να δει φανερά αυτόν που μιλούσε μαζί του, και τότε ο Θεός του είπε: «Στήθι επί τόπου υψηλού της πέτρας και σκεπάσω τη χειρί μου επί σε. Ηνίκα δ' αν παρέλθει η δόξα μου, τότε όψει τα οπίσω μου, το δε πρόσωπόν μου ουκ οφθήσεταί σου ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται»[41]. Δείχνει, δηλαδή, και τα δύο· και ότι είναι αδύνατον ο άνθρωπος να δει τον Θεό και ότι με τη σοφία του Θεού στους εσχάτους καιρούς θα τον δει ο άνθρωπος στο ύψος της πέτρας, δηλαδή, στην κατ' άνθρωπον έλευσή του. Και γι' αυτό μίλησε μαζί του πρόσωπο προς πρόσωπο στο ψηλό βουνό, όπου παρίστατο και ο Ηλίας, όπως αναφέρει το ευαγγέλιο[42], αποκαθιστώντας στο τέλος την παλιά υπόσχεση. 10. Οι Προφήται, λοιπόν, δεν έβλεπαν φανερά το ίδιο το πρόσωπο του Θεού, αλλά τις οικονομίες και τα μυστήρια, με τα οποία επρόκειτο να δει ο άνθρωπος τον Θεό. Έτσι έλεγε και στον Ηλία: «εξελεύση αύριον και στήση ενώπιον Κυρίου και ιδού παρελεύσεται Κύριος· και ιδού πνεύμα μέγα κραταιόν διαλύον όρη και συντρίβον πέτρας ενώπιον Κυρίου, ουκ εν τω πνεύματι Κύριος· και μετά το πνεύμα συσσεισμός, ουκ εν τω συσσεισμώ Κύριος· και μετά τον συσσεισμόν πυρ, ουκ εν τω πυρι Κύριος· και μετά το πυρ φωνή αύρας λεπτής»[43]. Με αυτά, δηλαδή, και ο προφήτης, που ήταν οργισμένος πολύ εξ αιτίας της παραβάσεως του λαού και του φόνου των Προφητών, διδασκόταν να είναι πιο μετριοπαθής και προφητευόταν η κατ' άνθρωπον έλευση του Κυρίου, που θα γινόταν μετά το Μωσαϊκό νόμο, έλευση πραεία και ήσυχη, κατά την οποία ούτε «κάλαμον συντετριμμένον κατέαξε», ούτε «λίνον τυφόμενον έσβεσε»[44]. Δειχνόταν, ακόμη, η πραεία και ειρηνική ανάπαυση της βασιλείας του. Μετά το «πνεύμα» το «συντρίβον όρη» και μετά το «συσσεισμό» και μετά το «πυρ» ήλθαν τα ήσυχα και ειρηνικά χρόνια της βασιλείας του, κατά τα οποία το πνεύμα με όλη τη γαλήνη ζωοποιεί και αυξάνει τον άνθρωπο. Ακόμη πιο σαφές έγινε και με τον Προφήτη Ιεζεκιήλ ότι οι Προφήται έβλεπαν «εκ μέρους»[45] την οικονομία του Θεού και όχι ειδικώς τον ίδιο τον Θεό. Όταν, δηλαδή, αυτός είδε το όραμα[46] και τα Χερουβίμ και τους τροχούς αυτών, αφού έγραψε πώς θα εξελισσόταν το όλο μυστήριο[47] και είδε επάνω από τα Χερουβίμ ομοίωμα θρόνου και επάνω στο θρόνο κάποιον που έμοιαζε με άνθρωπο και εκείνα που ήσαν επάνω από τη μέση του σαν το σχήμα ήλεκτρου, όσα, όμως, ήσαν από κάτω σαν φωτιά[48], και αφού φανέρωσε όλο το άλλο όραμα των θρόνων, για να μη νομίσει ίσως κάποιος ότι με αυτά είδε τον ίδιο τον Θεό, πρόσθεσε: «αύτη η όρασις ομοιώματος δόξης Κυρίου»[49]. 11. Εάν, λοιπόν, ούτε ο Μωυσής είδε τον Θεό ούτε ο Ηλίας ούτε ο Ιεζεκιήλ, οι οποίοι είδαν πολλά από τα επουράνια, αλλά όσα έβλεπαν αυτοί ήσαν «ομοίωμα δόξης Κυρίου»[50] και προφητείες των μελλόντων, είναι φανερό ότι ο Πατήρ είναι οπωσδήποτε αόρατος. Και γι' αυτόν ο Κύριος είπε- «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε»[51]. Ο Λόγος του, όμως, όπως ο ίδιος ήθελε και προς όφελος αυτών που έβλεπαν, φανέρωνε τη δόξα του Πατρός και εξηγούσε την οικονομία του (όπως είπε και ο Κύριος: «Ο Μονογενής Θεός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός εκείνος εξηγήσατο»[52]). Και ο ίδιος ο του Πατρός εξηγητής Λόγος, ως πλούσιος και μεγάλος που είναι, δεν φαινόταν σε όσους τον έβλεπαν, με ένα σχήμα ούτε με ένα χαρακτήρα, αλλά κατά τους λόγους ή την ενέργεια της οικονομίας του, όπως γράφει ο Δανιήλ. Κάποτε, δηλαδή, φανερώθηκε μαζί με τον Ανανία, τον Αζαρία και το Μισαήλ. Στάθηκε δίπλα τους στην κάμινο του πυρός και τους έσωσε από τη φωτιά «Και η δράσις του τετάρτου», λέγει, «όμοια υιώ Θεού»[53]. Άλλοτε, πάλι, βλέπει ο ίδιος προφήτης ένα λίθο που κόβεται από το βουνό χωρίς χέρια και συνταράσσει τα γήινα βασίλεια και τα εξανεμίζει και ο ίδιος γεμίζει όλη τη γη[54]. Ο ίδιος, πάλι, φαίνεται ως Υιός ανθρώπου που έρχεται επάνω στις νεφέλες του ουρανού και πλησιάζει τον Παλαιό των Ημερών και παίρνει από αυτόν όλη τη δύναμη και τη δόξα και τη βασιλεία. «Και η εξουσία αυτού», λέγει, «εξουσία αιώνιος, και η βασιλεία αυτού ου διαφθαρήσεται»[55]. Αλλά και ο Ιωάννης, ο μαθητής του Κυρίου, στην Αποκάλυψη, όταν είδε την ένδοξη έλευσή του ως ιερέως και βασιλιά, είπε: «Επέστρεψα βλέπειν την φωνήν ήτις ελάλει μετ' εμού· και επιστρέψας είδον επτά λυχνίας χρυσάς, και εν μέσω των λυχνιών όμοιον υιώ ανθρώπου, ενδεδυμένον ποδήρη και περιεζωσμένον προς τοις μαστοίς ζώνην χρυσήν η δε κεφαλή αυτού και αι τρίχες λευκαί ως έριον λευκόν, ως χιών και οι οφθαλμοί αυτού ως φλοξ πυρός, και οι πόδες αυτού όμοιοι χαλκολιβάνω, ως εν καμίνω πεπυρωμένω, και η φωνή αυτού ως φωνή υδάτων, και έχων εν τη δεξιά χειρί αυτού αστέρας επτά, και εκ του στόματος αυτού ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη, και η όψις αυτού ως ο ήλιος φαίνει εν τη δυνάμει αυτού»[56]. Η κεφαλή δείχνει τη δόξα που έχει από τον Πατέρα· ο ποδήρης το αρχιερατικό αξίωμα (και γι' αυτό ο Μωυσής έντυσε τον αρχιερέα κατ' αυτόν τον τύπο[57]) ο χαλκολίβανος, που κάηκε στο καμίνι, κάτι που αφορά το τέλος, δηλαδή, τη δύναμη της πίστεως και την επιμονή στις προσευχές, διότι έρχεται στο τέλος των αιώνων το πυρ της οργής του. Επειδή, όμως, ο Ιωάννης δεν άντεχε το όραμα («έπεσα», λέγει, «προς τους πόδας αυτού ως νεκρός»[58], για να γίνει αυτό που λέγει η Γραφή «ου μη ίδη άνθρωπος τον Θεόν και ζήσεται»[59]), ο Λόγος ζωοποιώντας τον και υπενθυμίζοντάς του ότι είναι ο ίδιος, που στο δείπνο ανέπεσε στο στήθος του και τον ρώτησε ποιος είναι αυτός που θα τον παραδώσει[60], του έλεγε: «Εγώ ειμί ο πρώτος και εγώ ο έσχατος και ο ζων, και εγενόμην νεκρός και ιδού ζων ειμί εις τους αιώνας των αιώνων, και έχω τας κλεις του θανάτου και του άδου»[61] Και μετά από αυτά, όταν είδε τον ίδιο Κύριο σε δεύτερο όραμα, είπε: «Είδον εν μέσω του θρόνου και των τεσσάρων ζώων και εν μέσω των Πρεσβυτέρων αρνίον εστηκός ως εσφαγμένον, έχον κέρατα επτά και οφθαλμούς επτά, ά εισί τα επτά πνεύματα του Θεού αποστελλόμενα εις πάσαν την γην»[62]. Και πάλι για το ίδιο αρνίο λέγει: «Και ιδού ίππος λευκός, και ο καθήμενος επ' αυτόν, καλούμενος πιστός και αληθινός, και εν δικαιοσύνη κρίνει και πολεμεί· οι δε οφθαλμοί αυτού ως φλοξ πυρός, και επί την κεφαλήν αυτού διαδήματα πολλά, έχων όνομα γεγραμμένον, ό ουδείς οίδεν ει μη αυτός, και περιβεβλημένος ιμάτιον βεβαμμένον αίματι, και κέκληται το όνομα αυτού, ο Λόγος του Θεού. Και τα στρατεύματα τα εν τω ουρανώ ηκολούθει εφ' ίπποις λευκοίς, ενδεδυμένοι βύσσινον λευκόν καθαρόν. Και εκ του στόματος αυτού εκπορεύεται ρομφαία οξεία, ίνα εν αυτή πατάσση τα έθνη· και αυτός ποιμανεί αυτούς εν ράβδω σιδηρά και αυτός πατεί την ληνόν του οίνου του θυμού της οργής του Θεού του παντοκράτορος. Και έχει επί το ιμάτιον και επί τον μηρόν αυτού όνομα γεγραμμένον, Βασιλεύς βασιλέων και Κύριος κυρίων»[63]. Έτσι πάντοτε ο Λόγος του Θεού έδειχνε στους ανθρώπους τα σχήματα των μελλοντικών έργων και τη μορφή της οικονομίας του Πατρός, όπως ήσαν, διδάσκοντας σε εμάς τα του Θεού. 12. Στους Προφήτες φανερώθηκε όχι μόνο με τα οράματα που έβλεπαν και τους λόγους που κήρυσσαν, αλλά και με τα έργα. Ώστε με αυτά να προτυπώσει και να δείξει τα μέλλοντα. Γι' αυτό και ο προφήτης Ωσηέ πήρε «γυναίκα πορνείας», προφητεύοντας με την πράξη του αυτή ότι «εκπορνεύουσα εκπορνεύσει η γη από όπισθεν του Κυρίου»[64]· δηλαδή, θα εκπορνεύσουν οι άνθρωποι που είναι επάνω στη γη και από τέτοιους ανθρώπους θα ευδοκήσει ο Θεός να πάρει την Εκκλησία, για να την αγιάσει με την ένωση του Υιού του, όπως και η γυναίκα του Ωσηέ αγιάσθηκε με την ένωση του προφήτου. Και γι' αυτό λέγει ο Παύλος ότι «ηγίασται η γυνή η άπιστος εν τω πιστώ ανδρί»[65]. Επί πλέον, ο προφήτης ονόμασε τα παιδιά του «ουκ ηλεημένη» και «ου λαός μου»[66]. Έτσι, όπως λέγει ο Απόστολος, «γενήσεται ο ου λαός λαός και η ουκ ηλεημένη ηλεημένη και εν τω τόπω ου ρυσθείσα[67] ερρέθη ου λαός, εκεί κληθήσονται υιοί Θεού ζώντος»[68]. Αυτό, που έκανε ο προφήτης με την ενέργειά του ως τύπο, έδειξε ο Απόστολος ότι το έκανε αληθινά ο Χριστός στην Εκκλησία. Έτσι και ο Μωυσής πήρε γυναίκα Αιθιόπισσα[69], την οποία έκανε Ισραηλίτισσα, προσημαίνοντας ότι, όταν η αγριελιά εμβολιάζεται στην ελλιά, μετέχει και στην ικμάδα της[70] επειδή, δηλαδή, επρόκειτο να αναζητήσει ο λαός για να φονεύσει τον Χριστό που γεννήθηκε ως απλός άνθρωπος, να διασωθεί δε αυτός στην Αίγυπτο, δηλαδή, στα έθνη, και να αγιάσει τα νήπια που ήσαν εκεί, όπου κατήρτισε και την Εκκλησία. Η Αίγυπτος δε από αρχής ήταν ειδωλολατρική, όπως και η Αιθιοπία. Γι' αυτό [με το γάμο του Μωυσέως προφητευόταν ο νοητός γάμος του Ιησού. Και με τη νύμφη από την Αιθιοπία προφητευόταν η εξ εθνών Εκκλησία. Όσοι την κατηγορούν και τη διαβάλλουν και την εμπαίζουν, δεν θα είναι καθαροί, θα βγάλουν λέπρα και θα διωχθούν από την παρεμβολή των δικαίων[71]][72]. Έτσι και η Ραάβ η πόρνη, που είχε, βεβαίως, καταδικάσει τον εαυτό της, διότι ήταν ειδωλολάτρις και πολύ αμαρτωλή, δέχθηκε τους τρεις κατασκόπους, οι οποίοι κατασκόπευαν όλη τη χώρα[73], και τους έκρυψε στο σπίτι της· αυτοί δε οι τρεις ήσαν τύπος του Πατρός και του Υιού μαζί με το Άγιο Πνεύμα. Και ενώ όλη η πολιτεία, στην οποία κατοικούσε, έγινε ερείπια, όταν ήχησαν οι επτά σάλπιγγες, στο τέλος διασώθηκε η Ραάβ η πόρνη μαζί με όλο το σπίτι της, διότι είχε εμπιστοσύνη στο κόκκινο σημάδι[74]. Γι' αυτό και ο Κύριος έλεγε στους φαρισαίους, που δεν αποδέχονταν την έλευσή του και εξουθένωναν το κόκκινο σημείο, δηλαδή, το πάσχα[75], τη λύτρωσι και την έξοδο του λαού από την Αίγυπτο: «Οι τελώναι και αι πόρνοι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν των ουρανών»[76].
Σημειώσεις 1. Γένεσις 2,7. 2. Παράβαλλε επίδειξις Αποστολικού κηρύγματος, 5. 3. Γένεσις 1,26. 4. Εννοεί τον «Ποιμένα» του Ερμά, από την α' εντολή του οποίου είναι παρμένα αυτά τα λόγια (ΒΕΠ 3,52,22-27). Ο Ειρηναίος φαίνεται ότι τον αποδέχεται ως κανονικό βιβλίο. 5. Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία, Ε', 8,7 (ΒΕΠ 19, 327,25-26). 6. Μάρκος 2,10. 7. Εφεσίους 4,6. 8. Ματθαίος 11,27. 9. Πράξεις 10,42. 10. Αποκάλυψη 3,7. 11. Αποκάλυψη 5,3. 12. Αποκάλυψη 5,12 13. Αποκάλυψη 5,9. 14. Ιωάννης 1,14. 15. Ησαΐας 53,9· Α' Πέτρου 2,22. 16. Κολοσσαείς 1,18. 17. Παροιμίες 3,19-20. 18. Παροιμίες 8,22-25. 19. Παροιμίες 8,27-31. 20. Ανθολόγιο Αχρίδος. Το χειρόγραφο (13ου αιώνος) βρισκόταν στο Εθνικό Μουσείο Αχρίδος. 21. Παράβαλλε Βρ. 3,38. 22. Λουκάς 1,71. 23. Λουκάς 1,75. 24. Ματθαίος 5,8. 25. Έξοδος 33,20. 26. Λουκάς 18,27. Παράβαλλε Ματθαίος 19,26. 27. Ιωάννου Δαμασκηνού, εις τα Ιερά Παράλληλα (PG 96,5330). 28. Δευτερονόμιο 5,24. 29. Ωσηέ 12,11. 30. Α' Κορινθίους 12,4-7. 31. Ιωάννης 1,18. 32. Ησαΐας 54,13· Ιωάννης 6,45. 33. Ρωμαίους 8,18. 34. Ησαΐας 6,5. 35. Βρ. 3,38. 36. Ψαλμοί 21,16. 37. Εφεσίους 1,10. 38. Δευτερονόμιο 4,24· Εβραίους 12,29- 39. Έξοδος 34,6-7. 40. Έξοδος 33,11. 41. Έξοδος 33,20-23. 42. Ματθαίος 17,1.3· Μάρκος 9,2. 4· Λουκάς 9,28. 30. 43. Γ' Βασιλέων 19,11-12. 44. Ησαΐας 42,3· Ματθαίος 12,20. 45. Α΄ Κορινθίους 13,9-10. 12. 46. Ιεζεκιήλ 1,1. 47. Ιεζεκιήλ 1,5-25. 48. Ιεζεκιήλ 1,26-27. 49. Ιεζεκιήλ 1,28. 50. Ιεζεκιήλ 1,28. 51. Ιωάννης 1,18. 52. Ιωάννης 1,18. 53. Δανιήλ 3,25. 54. Δανιήλ 2,34-35. 55. Δανιήλ 7,13-14. 56. Αποκάλυψη 1,12-16. 57. Έξοδος 28,4· Λευιτικό 8,7. 58. Αποκάλυψη 1,17. 59. Έξοδος 33,20. 60. Ιωάννης 21,20. 61. Αποκάλυψη 1,17-18. 62. Αποκάλυψη 5,6. 63. Αποκάλυψη 19,11-16. 64. Ωσηέ 1,2. 65. Α΄ Κορινθίους 7,14. 66. Ωσηέ 1,6. 9. 67. Φαίνεται ότι ο αρχαίος μεταφραστής, αντί «ερρήθη», ανέγνωσε κακώς «ερρύσθη» και έτσι μετέφρασε «liberata». 68. Ρωμαίους 9,25-26. 69. Έξοδος 2,21. 70. Παράβαλλε Ρωμαίους 11,17. 71. Αριθμοί 12,10. 15. 72. Catena in Numeros (στους Αριθμούς). 73. Ιησούς τού Ναυή 2,1. 74. Ιησούς τού Ναυή 2,18' 6,23. Βλέπε Σχετικώς Ιουστίνου, Διάλ. Προς Τρύφωνα, 111,4 (ΒΕΠ 3,311,26-32), όπου διαφωτίζεται και το χωρίο αυτό του Ειρηναίου· επίσης, Κλήμεντος Ρώμης, Επιστολή Α' προς Κορινθίους, κεφ. 12,7 (ΒΕΠ 1,17,41-18,2). 75. Σαφέστατα το αναπτύσσει ο Ιουστίνος στον ανωτέρω μνημονευόμενο Διάλογο. 76. Ματθαίος 21. 31. |
Δημιουργία αρχείου: 16-5-2026.
Τελευταία μορφοποίηση: 16-5-2026.