Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Πατέρες και Βιβλιοκριτική

Ο Προσηλυτισμός τού Αγίου Αυγουστίνου * Οι Εξομολογήσεις τού Αγίου Αυγουστίνου * Ο ρόλος τού Καρλομάγνου στο Σχίσμα

Βιβλιοπαρουσίαση τού βιβλίου «ο Ιερός Αυγουστίνος και η πολιτεία τού Θεού» τού Αθανασίου Καψάλη

Η «πολιτεία τού Θεού» τού ιερού Αυγουστίνου

Η επιρροή του στον Καρλομάγνο και τη Δύση

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

 

Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Τεύχος 357 - Απρίλιος 2026.

Αναδημοσίευση από: https://www.parembasis.gr

Διάβασα το βιβλίο τού καθηγητού και Διευθυντού τής Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών Αθανασίου Καψάλη με τίτλο «ο Ιερός Αυγουστίνος και η πολιτεία τού Θεού», και υπότιτλο «συμβολή στην εκκλησιαστική ιστοριογραφία τού Ε΄ αιώνα» (εκδ. Ostracon) και είδα πολύ ενδιαφέροντα σημεία. Βέβαια, πάντοτε με ενδιέφεραν τα σχετικά με τον ιερό Αυγουστίνο επειδή έζησε σε μια κρίσιμη ιστορική περίοδο, αλλά και επειδή οι σχολαστικοί θεολόγοι επηρεάσθηκαν από την θεολογία του και την ανέπτυξαν ακόμη περισσότερο σε μερικά σημεία και έτσι προήλθε η λεγόμενη σχολαστική θεολογία (11ος – 13ος αιώνας). Συγχρόνως, αυτή η θεολογία επηρέασε και την πολιτική και πολιτιστική κατάσταση τού Δυτικού κόσμου μέχρι τις ημέρες μας.

Μεταξύ τών βιβλίων που έγραψε ο πολυτάλαντος αυτός Επίσκοπος Ιππώνος, ήταν και το έργο «Πολιτεία τού Θεού» σε πολλά βιβλία. Ομολογώ ότι πολλές φορές αποπειράθηκα να το διαβάσω από την ελληνική έκδοση, αλλά δεν το κατόρθωσα για πολλούς λόγους. Όμως, ο καθηγητής Αθανάσιος Καψάλης στην επιστημονική του αυτή μελέτη μάς δίνει επαρκώς και το περιεχόμενο τού έργου αυτού και μάς προσφέρει ιδιαίτερες πληροφορίες για το περιεχόμενό του και την επίδραση που είχε ιδιαίτερα το έργο αυτό στους μεταγενεστέρους μέχρι την εποχή μας. Θα προσπαθήσω να κάνω μια μικρή περίληψη τού έργου αυτού και το κυριότερο θα καταγράψω μερικά σημεία του που με ενδιαφέρουν.

 

1. Σύντομη περιγραφή τής εργασίας

Η εργασία τού καθηγητού Αθανασίου Καψάλη είναι συστηματική και παρουσιάζει το περιεχόμενο τού έργου «η Πολιτεία τού Θεού» και μάς δίνει ενδιαφέροντα σημεία. Η εργασία αυτή επεκτείνεται σε 565 σελίδες μεγάλου μεγέθους, από τις οποίες πάνω σε από 150 σελίδες καταλαμβάνει η βιβλιογραφία (πηγές και βοηθήματα). Η εργασία αρχίζει με τον πρόλογο και στην συνέχεια χωρίζεται σε δύο κεντρικά μέρη.

Στο πρώτο μέρος, μετά την εισαγωγή, αναπτύσσονται πέντε κεφάλαια, ήτοι: 1. Ο Αυγουστίνος ως διανοητική και πνευματική «σταθερά». 2. Civitas dei (πολιτεία τού Θεού). 3. Η Νουμιδική Αφρική. 4. Πνευματικές, καλλιτεχνικές και ψυχαγωγικές επιρροές. 5. Μεταξύ Παλαιάς Διαθήκης και Νεοπλατωνισμού - νέες επιρροές.

Στο δεύτερο μέρος μετά την εισαγωγή αναπτύσσονται τρία κεφάλαια, ήτοι: 1. Η ίδρυση τής Ρώμης. 2. Η Εκκλησία μετά την ίδρυσή της. 3. Ιστορικός χρόνος και μνήμη κατά τον ιερό Αυγουστίνο.

Στο τέλος παρατίθενται τα συμπεράσματα και η Βιβλιογραφία. Ένα ενδεικτικό χωρίο που προέρχεται από την «Πολιτεία τού Θεού», το οποίο καταχωρίζεται στην αρχή τού βιβλίου, εκφράζει το τι θεωρεί ο ιερός Αυγουστίνος ως Πολιτεία τού Θεού. «Καλούμεν Πολιτείαν τού Θεού εκείνην την ύπαρξιν τής οποίας διαπιστώνουν αι Γραφαί· την πολιτείαν δηλονότι εκείνων, ήτις έλαβε το ύψιστον κύρος και την προέχουσαν θέσιν της υπέρ πάσαν άλλην δημιουργίαν παρά τής θείας Προνοίας και όχι επί τη βάσει ανθρωπίνων αποφάσεων αποτόκων ανθρωπίνων συλλογισμών» (ΧΙ, 1, σελ. 287).

Στον πρόλογο τής επιστημονικής αυτής εργασίας γράφεται ότι ο συγγραφεύς μελετώντας τα σχετικά με τον Καρλομάγνο (768-814) και την Academia Palatina διεπίστωνε ότι οι συστηματικοί θεολόγοι τής εποχής εκείνης, όπως ο Αλκουίνος, ο Ραβανός Μαύρος και άλλοι «είχαν εντρυφήσει στη θεολογία τού ιερού Αυγουστίνου με όλα τα πλεονεκτήματα, αλλά και τα μειονεκτήματα κυρίως όσων μεταγενέστερα τον ερμήνευσαν». Από τον Αυγουστίνο είχαν επηρεασθή όχι μόνο οι θεολόγοι τής εποχής εκείνης, «αλλά και ο ίδιος ο Καρλομάγνος, όπως πολλοί ηγέτες μετά από αυτόν». Και βέβαια «από τον ιερό Αυγουστίνο και εξής, ξεκίνησε η δημιουργία μιας ξεχωριστής και διακεκριμένης θεολογικής παράδοσης στην Δύση, χωρίς ωστόσο ο ίδιος ο πατέρας τής Δύσης να διεκδικήσει την αυτονόμησή του από την εκκλησιαστική και την φιλολογική της παράδοση». Η «Πολιτεία τού Θεού» διακρίνεται σε δύο μέρη.

Στο πρώτο μέρος (Ι-Χ βιβλία) ανασκευάζεται η κατηγορία τών ειδωλολατρών εναντίον τών Χριστιανών ότι αυτοί ευθύνονται για τα δεινά τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την καταστροφή τής Ρώμης, αντέτεινε ότι σε αυτό συνετέλεσε «η ασέβεια, η διαφθορά, η πολιτεία και η ανηθικότητα τών Ρωμαίων Εθνικών».

Στο δεύτερο μέρος (ΧΙ-ΧΧΙΙ βιβλία) παρουσιάζεται η θεολογική σκέψη τού ιερού Αυγουστίνου, περιγράφοντας την Πολιτεία τού Θεού και την αποκαλυπτική εσχατολογία. Παρουσιάζεται η πτώση τών Πρωτοπλάστων, διαφαίνεται η ανθρωπίνη κοινωνία με διπλό τρόπο, από τους Κάϊν και Άβελ και εξής, και γίνεται λόγος «για τα τέκνα τής γης και τα τέκνα τής επαγγελίας, δηλαδή τής γήινης και τής ουράνιας Πολιτείας αντίστοιχα». Από το βιβλίο ΧΧ καταγράφονται «οι εσχατολογικές αναφορές στην μέλλουσα κρίση», «το τέλος τής γήινης πολιτείας (τού Διαβόλου), η καταδίκη τών απίστων, αλλά και η διαβεβαίωση τών τελευταίων για όσα επισυμβούν». Και στο βιβλίο ΧΧΙΙ «περιγράφεται το τέλος που επιφυλάσσεται σε όσους ανήκουν στην ουράνια Πολιτεία, την Πολιτεία τού Θεού, που δεν είναι άλλο από την ανάσταση τών νεκρών. Είναι η απόλαυση τής αιωνίας ευδαιμονίας όλων όσοι ανήκουν στην ουράνια Πολιτεία, οι οποίοι συμβιώνουν με τους Αγίους. Οι τελευταίοι ήδη κάνουν αισθητή την παρουσία τους στον κόσμο που ζούμε μέσω τών θαυμάτων τους, πολλά από τα οποία ο ιερός Αυγουστίνος διηγείται».

Ο ιερός Αυγουστίνος στο έργο αυτό προσδιορίζει τους έξη αιώνες, ανάλογα με τις έξη ημέρες τής εβδομάδας, ήτοι: Ο πρώτος αιώνας (πρώτη ημέρα) προσδιορίζεται από τον Αδάμ μέχρι τον κατακλυσμό. Ο δεύτερος αιώνας (δεύτερη ημέρα) από τον κατακλυσμό μέχρι τον Αβραάμ. Ο τρίτος αιώνας (τρίτη ημέρα) από τον Αβραάμ μέχρι τον Δαυίδ. Ο τέταρτος αιώνας (τέταρτη ημέρα) από τον Δαυίδ μέχρι την αιχμαλωσία τής Βαβυλώνας. Ο πέμπτος αιώνας (πέμπτη ημέρα) από την αιχμαλωσία τής Βαβυλώνας μέχρι την κατά σάρκα γέννηση τού Χριστού. Και ο έκτος αιώνας (έκτη ημέρα) είναι η πορεία η οποία δεν προσδιορίζεται από τον αριθμό τών γενεών, στην πραγματικότητα είναι ο χρόνος στον οποίο βρισκόμαστε μέχρι την έβδομη ημέρα που «θα βρισκόμαστε σε ανάπαυση ψυχής σε ένα τέλος άνευ τέλους».

 

2. Ενδιαφέροντα σημεία

Στην εργασία αυτή τού καθηγητού Αθανασίου Καψάλη που αναλύεται διεξοδικά το έργο τού ιερού Αυγουστίνου «η Πολιτεία τού Θεού» παρουσιάζονται διάφορα ενδιαφέροντα σημεία που φανερώνουν τόσο την θεολογία τού ιερού Αυγουστίνου όσο και την επίδραση που άσκησε στους μεταγενεστέρους. Όμως, θα περιορισθώ σε τρία από αυτά, που με ενδιαφέρουν προσωπικά.

 

α) Η γνώση τής ελληνικής γλώσσης

Ο Αυγουστίνος γεννήθηκε στην Ταγάστη τής Νουμιδίας, στην σημερινή Αλγερία τής Αφρικής και η μητρική του γλώσσα ήταν η βερβερινή σε μια από τις διαλέκτους της, αλλά το πρόγραμμα διαπαιδαγώγησης ήταν η λατινική. Οι ερευνητές τού έργου τού ιερού Αυγουστίνου εξετάζουν κατά πόσο γνώριζε την ελληνική γλώσσα. Ο ίδιος έγραφε στην λατινική γλώσσα, αλλά φαίνεται ότι γνώριζε να διαβάση στην ελληνική, διότι την διδάχτηκε, αλλά δεν μπορούσε να την γράφη. Ο ίδιος στις εξομολογήσεις του γράφει: «Τα ελληνικά τα μισούσα. Μα για ποιο λόγο, επιτέλους, με υποχρέωναν να τα μάθω παιδάκι ακόμη; Πάντως, το μίσος εκείνο και τώρα ακόμη δεν μπορώ να το καταλάβω. Αντίθετα, τα λατινικά τα αγαπούσα πολύ». Επί πλέον γράφει: «...και τα στοιχειώδη μαθήματα, στα οποία διδάσκονται η ανάγνωση, η γραφή και η αριθμητική, δεν μού φαινόταν λιγότερο βαρετά. Και αυτά, όπως και τα ελληνικά τα αισθανόμουν σαν τιμωρία». Παρά ταύτα ήξερε να διαβάζη στα ελληνικά και να τα μεταφέρη στα λατινικά, και χρησιμοποιούνται μερικά παραδείγματα στα οποία φαίνεται ότι συνέκρινε λατινικά χειρόγραφα με ελληνικά και ερμήνευε όρους τής ελληνικής γλώσσης στην λατινική γλώσσα. Η λατινική γλώσσα δεν ήταν μητρική του γλώσσα, αλλά «μιλούσε και έγραφε άριστα στην λατινική», «αφού όλοι στο σπίτι του στην Ταγάστη, τού μιλούσαν υποχρεωτικά στην λατινική και μόνο».

Βέβαια, η έλλειψη καλής γνώσης τής ελληνικής γλώσσης στάθηκε «ένα μεγάλο εμπόδιο για τον ιερό Πατέρα». «Το γεγονός όμως ότι πολύ σπάνια κατέφευγε στους Έλληνες Πατέρες, τους οποίους είχε υπόψη του, δεν οφείλεται στην γνώση ή άγνοια τής Ελληνικής, αλλά στο σταθερό βλέμμα του προς την Ρώμη». Ήταν «θιασώτης τής Ρώμης, ως imperium rοmanum, και τής Δύσης γενικότερα, αισθανόταν πρώτα Χριστιανός κι έπειτα Ρωμαίος πολίτης, είχε πίστη στις δυνατότητες τού δυτικού τμήματος τού Κράτους». Γράφεται στο βιβλίο: «Σχεδόν επιδεικτικά ουδέποτε έστρεψε το βλέμμα του φανερά στην Ανατολή και τους Έλληνες Πατέρες. Αλλά κι όταν προκλήθηκε να το κάνει, είχε άμεση την απάντηση ως αντίλογο». Συγκεκριμένα, σε μια επιστολή του στον Ιουλιανό Αικλάνην έγραφε: «Ως εκ τούτου δεν υπάρχει λόγος να επικαλείσαι τους ανατολικούς (ενν. επισκόπους), επειδή και αυτοί οι ίδιοι είναι Χριστιανοί, και επειδή στα δύο μέρη τής γης (ενν. Ανατολή και Δύση) η πίστη είναι κοινή, είναι η χριστιανική, και σίγουρα η δυτική δημιούργησε (και) η δυτική Εκκλησία θα αναδημιουργήσει». Η απάντηση τού Αυγουστίνου στον Ιουλιανό ήταν «έχουμε κι εμείς Πατέρες», αλλά κι αν έως τώρα δεν έχουμε, θα μπορέσουμε στο μέλλον να έχουμε».

Αυτή είναι μια εξήγηση για την θεολογία τού ιερού Αυγουστίνου, ότι εκτός από την όχι καλή γνώση τής ελληνικής γλώσσης είχε μια αποστροφή στους Πατέρες τής Ανατολής, αλλά θα μπορούσε να πη κανείς ότι είναι και μια «προφητεία» του για το μέλλον. Αυτό λέγεται από την άποψη ότι όντως αναπτύχθηκε στην Δύση ο Σχολαστικισμός που είχε ως βάση τον Αυγουστίνο, ο οποίος σαφώς διαφοροποιείται από πλευράς μεθοδολογίας από την ορθόδοξη θεολογία τών Πατέρων τής Ανατολής και Δύσης μέχρι τον 5ο αιώνα.

 

β) Μανιχαϊκές και νεοπλατωνικές επιρροές

Ο ιερός Αυγουστίνος από την Ταγάστη μετέβη στην Καρθαγένη όπου έζησε την λεγόμενη «Βαβυλώνεια» αιχμαλωσία του, επιδόθηκε σε υλικές απολαύσεις, έβλεπε θεατρικές παραστάσεις, συναναστρεφόταν με μάγους και αστρολόγους, αρνήθηκε τις Γραφές και δέχτηκε Μανιχαϊκές επιρροές για εννέα χρόνια. Οι Μανιχαίοι είχαν τον Μάνη ως αρχηγό τους ο οποίος θεωρούσε ότι ήταν ο τελευταίος προφήτης μετά τον Βούδα, τον Ζωροάστρη και τον Χριστό. Ταύτιζε τον εαυτό του με τον Παράκλητο και σε κάθε περιοχή που επικρατούσε η θεωρία του τόνιζε τα ιδιαίτερα θρησκευτικά στοιχεία της. Τα ουσιαστικά στοιχεία τού Μανιχαϊσμού ήταν η διαρχία μεταξύ καλού και κακού, οι αιώνες τού φωτός και τού σκότους κ.α. Τα χαρακτηριστικά τού Μανιχαϊσμού ήταν κατ’ αρχήν γνωστικά, και το περιεχόμενό του προερχόταν από τα μεγάλα Θρησκεύματα τής εποχής εκείνης, δηλαδή Ζωροαστρισμό, Βουδισμό, Γνωστικισμό και Χριστιανισμό.

Κατά τον Μάνητα υπάρχουν δύο απόλυτες αρχές, τού φωτός και τού σκότους, τού αγαθού και τού κακού, τού Θεού και τής ύλης. Υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ αυτών και δημιουργείται ένα ανάμικτο σύμπαν, στο οποίο κυριαρχεί το σκοτάδι, το οποίο έχει αιχμάλωτη την ουσία τού φωτός. Και ο ίδιος ο άνθρωπος αποτελείται από τα ανάμεικτα αυτά στοιχεία και έχει ανάγκη απελευθέρωσης. Αυτό επιτυγχάνεται από τον αντιπρόσωπο τού Θεού φωτός με την γνωστική και ασκητική ζωή, την περιφρόνηση όλων τών εγκοσμίων και αυτής τής τεκνογονίας, ώστε να μη κλείνονται συνεχώς ψυχές μέσα σε νέα σώματα. Από τον Μανιχαϊσμό πέρασε στον Νεοπλατωνισμό τού Πλωτίνου και τού Πορφυρίου, με μια μικρή ενδιάμεση στάση στον Πλατωνισμό. «Ο Πορφύριος απετέλεσε τον "πνευματικό" συνδετικό κρίκο μεταξύ τού Πλωτίνου και τού Αυγουστίνου, γι’ αυτό ο τελευταίος αποκαλεί τον Πορφύριο "Doctissimum"».

 

γ) Ο Καρλομάγνος και η «Πολιτεία τού Θεού»

Ο Νεοπλατωνισμός είναι ένα φιλοσοφικό ρεύμα που αναπτύχθηκε μεταξύ τού 2ου και τού 6ου αιώνα μ.Χ. και εμφανίσθηκε ως αντίδραση στον Χριστιανισμό. Είναι μια αναβίωση τού πλατωνισμού, στην πραγματικότητα μεταμόρφωση τού πλατωνισμού, είναι μια «ανατολικοποίηση» τής πλατωνικής σκέψεως, σύμφωνα με τις ανάγκες τής εποχής. Εκφράσθηκε ως φιλοσοφία και ως θρησκεία. Βασική του αρχή ήταν ότι αρχή και πηγή τού κόσμου είναι το «Εν» που είναι κλεισμένο στην τελειότητα και μακαριότητά του. Ο κόσμος δημιουργήθηκε από απορροή, δηλαδή το ανώτατο Ον, το «Εν» εκχύνει την τελειοτητά του προς τα έξω και δημιουργείται ο κόσμος. Έτσι, μετά το «Εν» είναι ο «Νους», ο οποίος αποτελείται από ιδέες. Άλλη απορροή είναι η «Ψυχή» τού παντός, που είναι παρούσα σε κάθε επί μέρους ψυχή. Άλλη απορροή είναι οι «Ψυχές», που είναι μεταξύ τής κοσμικής ψυχής και τής «ύλης». Και τελευταία απορροή είναι η «ύλη».

Από αυτήν την μεταφυσική θεώρηση τού κόσμου προέρχεται ο μυστικισμός, ότι η ψυχή πρέπει να επιστρέψη στην αρχική ουσία από την οποία προήλθε το «Εν», και αυτό επιτυγχάνεται με την «κάθαρση» που είναι απαλλαγή από τα μιάσματα τής ύλης. Αυτή η ένωση θα γίνη στην άλλη ζωή. Ο ιερός Αυγουστίνος επηρεάσθηκε πολύ από τον Νεοπλατωνισμό, ως προς τον Τριαδικό Θεό και τον άνθρωπο, πράγμα που δεν συνέβη με τους Πατέρες τής Εκκλησίας, οι οποίοι μιλούσαν για νου και για κάθαρση με εντελώς διαφορετική έννοια, αφού δεν δέχονταν ούτε το φιλοσοφικό σύστημα τής απορροής, ούτε την απαλλαγή τού νου και τής ψυχής από το σώμα ως κακού, ούτε δίδασκαν το σώμα και την ύλη ως κακά, αφού και ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση (ψυχή και σώμα) και την θέωσε. Ο Καρλομάγνος, που είναι γνωστός και ως Κάρολος ο Μέγας ήταν Βασιλιάς τών Φράγκων (768-814) και ο πρώτος αυτοκράτορας στην Δυτική Ευρώπη μετά την κατάλυση τής Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ίδρυσε το Φραγκικό Κράτος, την «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τού Γερμανικού Έθνους», το λεγόμενο Α΄ Ράϊχ (Α΄ Αυτοκρατορία). Απέκτησε την προσωνυμία «Πατέρας τής Ευρώπης».

Ο Καρλομάγνος επηρεάσθηκε πολύ από τον Αυγουστίνο που τον επέλεξε ως θεολόγο τής Αυτοκρατορίας του και ιδιαίτερη επίδραση σε αυτήν άσκησε το έργο τού ιερού Αυγουστίνου «η Πολιτεία τού Θεού». Μάλιστα, σε άλλες πηγές φαίνεται ότι το βιβλίο αυτό ήταν καθημερινό ανάγνωσμα κατά την διάρκεια τής τράπεζας τού Καρλομάγνου. Γενικότερα, «το έργο αυτό και η προσωπικότητα τού ιερού Αυγουστίνου χρησίμευσαν ως εργαλεία τόσο στην διαμόρφωση εθνικής ταυτότητος τού ίδιου τού Καρλομάγνου και τής νέας ηγεμονίας του, όσο και στη θεμελίωση και ποιοτική εμπέδωση μιας ιδιαίτερης θεολογικής προσέγγισης τού δυτικού Χριστιανισμού, που σε σχέση με την Ανατολή ήθελε να αισθάνεται αυτάρκης». «Και οι δύο παράμετροι, δηλαδή, η πολιτική και η θεολογική ταυτότητα τής Ευρώπης έλκουν την καταγωγή τους από ένα πανίσχυρο και αυταρχικό κοινωνικό σύστημα, την οργάνωση τού οποίου πρότεινε ο ιερός Αυγουστίνος μέσω τού συγκεκριμένου έργου του». Επί πλέον «μετά την αρχαιότητα, αυτή η πολιτική και θεολογική ταυτότητα τής ύστερης Ευρώπης, την οποία κληροδότησε ο ιερός Αυγουστίνος, διαμόρφωσε τη νέα πολιτική θεολογία τής Εκκλησίας τού Μεσαίωνα, πρώιμου και ύστερου, διαφοροποιημένη όμως σε Ανατολή και Δύση». Αυτή η θεολογία επέδρασε στους σχολαστικούς, την ανθρωπιστική φιλοσοφία τής Αναγέννησης και την θεολογία τών φιλελεύθερων Προτεσταντών.

Ο Καρλομάγνος αγάπησε ιδιαίτερα το βιβλίο τού Αυγουστίνου «η Πολιτεία τού Θεού» και θέλησε να την εγκαθιδρύση, αλλά «δεν ήταν ο πρώτος ή ο μόνος οραματιστής αυτού τού θείου κράτους. Την ιδέα ενός θεολογικά οργανωμένου κράτους, όπως ακριβώς το περιέγραψε ο ιερός Αυγουστίνος στο έργο του De Civitate Dei (η Πολιτεία τού Θεού) ασπάστηκαν και στην συνέχεια υιοθέτησαν, ακόμη και μονομερώς, ανεξάρτητα δηλαδή από τα εκάστοτε πολιτειακά μορφώματα, οι περισσότεροι Πάπες τής Δύσης, αρχής γενομένης από τον Πάπα Γρηγόριο Α΄ (590-604). Όλοι τους ακολούθησαν τα βήματα τού ιερού Αυγουστίνου». Μάλιστα, «έως και τον Η΄ αιώνα η Civitate Dei είχε ήδη επιβληθεί στη σκέψη τού δυτικού κόσμου ως η κατεξοχήν εκκλησιαστικοπολιτική θεωρία συνύπαρξης τών δύο εξουσιών και αποτέλεσε πανίσχυρο αντίβαρο στη διατυπωθείσα από τον ΣΤ΄ αιώνα και εξής αρχή τής συναλληλίας τών δύο εξουσιών στην Ανατολή (ή στον Ηγεμόνα τού ιερού Φωτίου), αλλά και βάρος στην πολιτική μετεξέλιξη τής Δύσης, η οποία εξακολουθεί ανά τους αιώνες να παραμένει δύσκαμπτη και "Δωρική"».

Γενικά το έργο τού καθηγητού Αθανασίου Καψάλη με τίτλο «ο Ιερός Αυγουστίνος και η πολιτεία τού Θεού» είναι αξιοπρόσεκτο, διότι μάς φωτίζει για να δούμε την επίδραση που είχε το έργο αυτό στην διαμόρφωση τού Δυτικού κόσμου μέχρι την σημερινή Ευρώπη από πλευράς θεολογικής, φιλοσοφικής, ψυχολογικής και πολιτικής.

Δημιουργία αρχείου: 5-6-2026.

Τελευταία μορφοποίηση: 5-6-2026.

ΕΠΑΝΩ